Φοβίες

 
Η φοβία είναι μία αγχώδης διαταραχή που χαρακτηρίζεται από έναν έντονο και επίμονο φόβο για κάποιο αντικείμενο, χώρο ή δραστηριότητα, που φαίνεται δυσανάλογος με τον κίνδυνο που συνεπάγεται. Το άτομο αν χρειαστεί να αντιμετωπίσει το αντικείμενο ή την κατάσταση που θεωρεί επικίνδυνη, καταλαμβάνεται από μεγάλο άγχος που συνοδεύεται από συμπώματα όπως εφίδρωση σφίξιμο στο στήθος, ταχυκαρδία, διάρροια ή εμετό. Ένας τόσο μεγάλος φόβος μπορεί να καταλήξει ακόμα και σε πανικό.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μικρές φοβίες, όπως π.χ. μια ανησυχία στην παρουσία κάπου φιδιού ή όταν είναι ανεβασμένοι στην κορυφή της σκάλας. Η συνηθισμένη αντίδραση στις φοβίες είναι η αποφυγή των αιτιών που τις προκαλούν.

Από πού προέρχονται οι φοβίες; Συνήθως περιορίζονται σε κάποια κοινά σε όλους ερεθίσματα. Πολλοί λίγοι άνθρωποι αναπτύσουν φοβίες για βιβλία, είδη ρουχισμού ή κάποιο χρώμα ενώ φοβίες που περιλαμβάνουν φυσικά φαινόμενα όπως ύψη, φίδια ή ανοικτές εκτάσεις είναι σχετικά συνήθεις. Αυτό δείχνει ότι οι φοβίες έχουν κάποια εξελικτική, βιολογική βάση. Είναι φανερό ότι ο φόβος του ύψους ή των φιδιών προέρχεται από κάποια ανάγκη επιβίωσης.

Η μάθηση φαίνεται να είναι ένας σημαντικός παράγοντας και οι θεωρητικοί της προβάλουν ικανοποιητικές εξηγήσεις γύρω από την ανάπτυξη των φοβιών. Κατ΄αρχάς μπορεί να έχουν αποκτηθεί μέσα από μια τρομακτική εμπειρία. Αν σου έχει επιτεθεί ένας σκύλος δεν είναι απίθανο να αναπτύξεις ένα φόβο για τα σκυλιά. Ωστόσο, οι περισσότερες φοβίες "μαθαίνονται" μέσα από παρατήρηση. Οι γονείς που φοβούνται συγκεκριμένα αντικείμενα συχνά γίνονται πρότυπα για τα παιδιά τους που μεγαλώνουν έχοντας τους ίδιους φόβους.

Φοβίες επίσης μπορεί να δημιουργηθούν ή ακόμα και να ισχυροποιηθούν αν έχουν σαν αποτέλεσμα κάποιου είδους επιβεβαίωση ή όφελος. Αν το να πάει κάποιος στο σχολείο ή στην δουλειά δημιουργεί άγχος, το να μείνει στο σπίτι είναι τόσο ευχάριστο που μπορεί να αναπτύξει αγοραφοβία.

Η ψυχαναλυτική θεωρία εστιάζει την αιτιολογία της φοβίας στον αμυντικό μηχανισμό του ατόμου που ενεργοποιείται για να τιθασεύσει τις παρορμήσεις που του προκαλούν φόβο. Το άγχος που δημιουργείται από μια εσωτερική του διαμάχη, μεταβιβάζεται σε κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο έξω, γίνεται φόβος που μπορεί να τον αποφύγει μαζί με το αντικείμενο που τον έχει συνδέσει.

Υπάρχουν αρκετοί τύποι φοβίας, όπως η ακροφοβία, ο φόβος δηλαδή του ύψους, η νυκτοφοβία, η ξενοφοβία, η μυσοφοβία, ο παθολογικός φόβος για μικρόβια, διάφορες ζωοφοβίες, η τοξοφοβία, ο φόβος δηλαδή της δηλητηρίασης κ.α. Από τις πιο κοινές φοβίες είναι ο φόβος του ταξιδιού με αεροπλάνο και ο φόβος παρουσίας κάποιου σε δημόσιο χώρο.

Η πρόγνωση γενικά είναι καλή καθώς είναι πολύ λίγες οι φοβίες που δεν υποχωρούν ή που δεν σημειώνουν καλυτέρευση με υποστηρικτικά μέσα. Το πρόβλημα που συχνά παραμένει είναι η εξάρτηση από την οποία επηρεάζεται το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του φοβικού ατόμου και μόνο η κατάλληλη ψυχοθεραπευτική παρέμβαση μπορεί να επιλύσει.

Στην προσπάθεια καταπολέμησης της φοβίας έχουν δοκιμασθεί όλα τα είδη ψυχοθεραπείας και φάρμακα με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία. Η θεραπεία συμπεριφοράς έχει αποδειχθεί πιο αποτελεσματική καθώς έχουν αναπτυχθεί διάφορες τεχνικές εξάλειψης ενός συμπτώματος ή μιας παθολογικής συμπεριφοράς.

Η συμπεριφοριστική θεραπεία δεν ενδιαφέρεται για το παρελθόν του ατόμου παρά για ότι έχει σχέση με το πρόβλημα και κυρίως τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εμφανίζεται.
 

Φοβία - Άρνηση για το Σχολείο

 
Με τον όρο «σχολειοφοβία» εννοούμε όχι μόνο την άρνηση του παιδιού να πάει στο σχολείο, αλλά και την έκφραση από μέρους του μιας σειράς αντιδράσεων, όπως άγχος και ανησυχία, όταν πιέζεται να πάει. Η κατάσταση αυτή είναι αρκετά γνώριμη στους γονείς, η πλειονότητα δε των παιδιών παραμένει στο σπίτι κατά την διάρκεια του παιδικού σταθμού-σχολείου.

Αρκετές φορές η κατάσταση αυτή συνοδεύεται ή κρύβεται πίσω από ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως ανορεξία, ναυτία, πόνους στο στομάχι, τάσεις λιποθυμίας. Επίσης εκφράζονται φόβοι διαφόρων τύπων, για ζώα, το σκοτάδι, ότι κάποιο άλλο παιδί- ο νταής του σχολείου το εκφοβίζει, φόβος ότι κάτι κακό θα συμβεί στην μητέρα, ότι θα το εγκαταλείψουν κ.α. Μερικές φορές το παιδί φαίνεται να κυριεύεται από πανικό. Τα κλάματα και ένα γενικευμένο παράπονο είναι συνηθισμένα. Κατά κανόνα πρόκειται για παιδιά με καλή συμπεριφορά, ανήσυχα και συνεσταλμένα. Τα περισσότερα προέρχονται από οικογένειες που δεν έχουν βιώσει χωρισμό ή διαζύγιο, δεν έχουν την εμπειρία μακρών ή συνεχών αποχωρισμών από το σπίτι και έχουν γονείς που εκφράζουν μεγάλη ανησυχία γι’ αυτά και την άρνησή τους για το σχολείο. Οι σχέσεις παιδιού και γονιών είναι στενές, μερικές φορές σε σημείο μεγάλης εξάρτησης.

Μεγάλος αριθμός ερευνών σε παιδιά προσχολικής-σχολικής ηλικίας έχει δείξει ότι τα παιδιά δεν φοβούνται αυτά που πρόκειται να συμβούν στο σχολείο αλλά το ότι φεύγουν από το σπίτι. Δυσάρεστες καταστάσεις στο σχολείο, όπως για παράδειγμα ένας αυστηρός δάσκαλος ή κοροϊδίες και εκφοβισμοί από άλλα παιδιά, αν και συμβαίνουν και παίζουν τον ρόλο τους, δεν είναι τίποτα άλλο παρά δικαιολογίες και προφάσεις. Τα περισσότερα παιδιά εξάλλου από την στιγμή που βρίσκονται στο σχολείο νοιώθουν αρκετά ασφαλή. Έτσι αντίθετα με αυτό που συμβαίνει σε άλλες φοβίες, η έκθεση του παιδιού σ’αυτό που ισχυρίζεται ότι φοβάται δεν του μεγαλώνει τον φόβο. Η φοβία αυτή φθάνει στο αποκορύφωμά της λίγο πριν το παιδί φύγει από το σπίτι ή κατά την διάρκεια της μετάβασής του στο σχολείο.

Επειδή αυτό που κυρίως φοβάται το παιδί είναι να φύγει από το σπίτι ο όρος «σχολειοφοβία» θεωρείται από πολλούς ανεπαρκής. Άλλοι προτιμούν τον όρο «άγχος του αποχωρισμού», επίσης προβληματικό γιατί παραπέμπει σε ορολογία κλινικού συνδρόμου ή «σχολική άρνηση» που θεωρείται από αρκετούς ο πιο κατάλληλος για να περιγράψει αυτή την κατάσταση.

Οι περισσότερες περιπτώσεις «σχολικής άρνησης» οφείλονται σε παράγοντες μέσα από την οικογένεια. Υπάρχουν τέσσερις μορφές οικογενειακής αλληλοεπίδρασης:

Α. Η μητέρα και σπανιότερα ο πατέρας, υποφέρει από χρόνιο άγχος σε σχέση με άτομα που νοιώθει εξάρτηση και κρατάει το παιδί για παρέα του,της στο σπίτι.

Β. Ο παιδί φοβάται ότι θα συμβεί κάτι κακό στην μητέρα του, ή πιθανά στον πατέρα του, όταν θα λείπει στο σχολείο και γι’αυτό μένει στο σπίτι για να το προλάβει.

Γ.Το παιδί φοβάται ότι θα συμβεί κάτι κακό στο ίδιο αν είναι μακριά από το σπίτι και γι’αυτό παραμένει στο σπίτι για να το προλάβει.

Δ. Η μητέρα και σπανιότερα ο πατέρας, φοβάται ότι θα συμβεί κάτι κακό στο παιδί όταν είναι στο σχολείο και γι’αυτό το κρατάει στο σπίτι.

 Διαβάστε περισσότερα